διαλεκτικῶν

διαλεκτικός
conversational
fem gen pl
διαλεκτικός
conversational
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Cypriot Greek — This article is about the modern Greek dialect of Cyprus. For the ancient Greek dialect, see Arcadocypriot. History of the Greek language (see also: Greek alphabet) Proto Greek (c. 3000–1600 BC) …   Wikipedia

  • Стобей — (Stobäos) Иоанн византийский компилятор, родом из македонского города Стоби (обыкновенно называемый поэтому Стобейским); жил, вероятно, в первые десятилетия VI века, в своем родном городе, вел уединенный образ жизни и отличался преданностью… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Dialecte chypriote — Grec chypriote Histoire de la langue grecque (voir aussi : alphabet grec) Proto grec (vers 2000 av. J. C.) Mycénien (vers 1600–1100 av. J. C.) Grec ancien (vers 800–300 av. J. C.) Dialectes : éolien, arcado cypriote, Ionien attique …   Wikipédia en Français

  • Grec Chypriote — Histoire de la langue grecque (voir aussi : alphabet grec) Proto grec (vers 2000 av. J. C.) Mycénien (vers 1600–1100 av. J. C.) Grec ancien (vers 800–300 av. J. C.) Dialectes : éolien, arcado cypriote, Ionien attique …   Wikipédia en Français

  • Grec chypriote — Cet article concerne le dialecte grec moderne à Chypre. Pour le dialecte grec ancien, voir arcado cypriote. Histoire de la langue grecque (voir aussi : alphabet grec) Proto grec (vers 2000 av. J. C.) …   Wikipédia en Français

  • Стобей — Иоанн Стобей (греч. Ἰωάννης ὁ Στοβαῖος) византийский писатель компилятор V века, родом из македонского города Стоби (обыкновенно называемый поэтому Стобейским). Автор четырёхтомной подборки из греческих книг (была составлена им для воспитания и… …   Википедия

  • αδελφο- — (Α ἀδελφο ) (Ν και αδερφο ) α΄ συνθετικό πολλών σύνθετων λέξεων τής αρχαίας Ελληνικής, τής μεσαιωνικής Ελληνικής και τής κοινής Νεοελληνικής επίσης πολλών διαλεκτικών τύπων τής Νέας, όπως: αδελφοβάρεμα, αδελφοκτύπημα, αδελφομαχαιριά,… …   Dictionary of Greek

  • βούλομαι — και βουλιέμαι και βουλιούμαι (AM βούλομαι, Α και επιτ. τ. βόλομαι) 1. θέλω, επιθυμώ 2. λογαριάζω, σκέπτομαι να πράξω κάτι νεοελλ. αποφασίζω μσν. (για διάταξη νόμου) καθορίζω αρχ. φρ. 1. «εἰ βούλει» (ευγενική φράση φιλοφροσύνης) αν αγαπάς 2.… …   Dictionary of Greek

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

  • διαλεκτική — Η «τέχνη του διαλέγεσθαι» κατά την ετυμολογία του όρου. Γενικότερα ο όρος δ. υποδηλώνει την αντιπαραβολή των αντιθέσεων και την ανάπτυξη του διαλόγου τους, με αποτέλεσμα την άρση, την εναρμόνιση ή τη νέα σύνθεσή τους. Η δ. υπήρξε μέθοδος τόσο των …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.